δαμιεργός

δᾱμι-εργός, [suff] δᾱμι-οεργός, [suff] δᾱμι-οργός, [dialect] Dor. for δημιουργός: [full] δᾱμιόργιον, τό,
A office of δαμιοργοί, LW1572b ([place name] Cnidus): [full] δάμιος, [dialect] Dor. for δήμιος: [full] δαμιόω, [dialect] Boeot. and Cret. for ζημιόω.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαμιεργός — δαμιοεργός και δαμιοργός, ο βλ. δημιουργός …   Dictionary of Greek

  • έργο — (Φυσ.). Στη φυσική, μπορούμε να ορίσουμε το έ. μιας δύναμης αν ξεκινήσουμε από μια απλή περίπτωση, κατά την οποία ένα υλικό σώμα αμελητέων διαστάσεων, πάνω στο οποίο εφαρμόζεται μια σταθερή δύναμη, επιτελεί μια ευθύγραμμη μετατόπιση κατά μια… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.